Ηλεκτρονικές υπογραφές

Γενικά

Το ζήτημα των ηλεκτρονικών υπογραφών ρυθμίζεται από την Οδηγία
99/93/ΕΟΚ σχετικά με τις ηλεκτρονικές υπογραφές. Η Οδηγία αποσκοπεί σε
δυο βασικούς στόχους : α) τη νομική αναγνώριση των ηλεκτρονικών
υπογραφών και β) τη δημιουργία ενός νομικού πλαισίου για τους παρόχους
πιστοποίησης.

Η Οδηγία έχει μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο με το Π.Δ. 150/2001 και στο κυπριακό δίκαιο με τον περί του Νομικού Πλαισίου για τις Ηλεκτρονικές Υπογραφές καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2004 (N. 188(I)/2004) (http://www.cylaw.org/nomoi/enop/non-ind/2004_1_188/full.html).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του πλαισίου για τις
ηλεκτρονικής υπογραφές είναι ο ορισμός της ηλεκτρονικής υπογραφής. Ορίζονται ως ηλεκτρονική υπογραφή» τα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία είναι συνημμένα σε άλλα ηλεκτρονικά δεδομένα ή συσχετίζονται λογικά με αυτά και τα οποία
χρησιμεύουν ως μέθοδος απόδειξης της γνησιότητας. O ορισμός αυτός
εμφανίζεται τεχνολογικά ουδέτερος, έτσι ώστε να είναι δυνατό να βρει
εφαρμογή ακόμη και όταν αλλάξουν τα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα που
χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία της ηλεκτρονικής υπογραφής.

Ως «προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή» ή «ψηφιακή υπογραφή» ορίζεται η
ηλε¬κτρονική υπογραφή, που πληροί τους ακόλουθους όρους: α) συνδέεται
μονοσήμαντα με τον υπογράφοντα β) είναι ικανή να καθορίσει ειδικά και
αποκλειστικά την ταυτότητα του υπογράφοντος γ) δημιουργείται με μέσα τα
οποία ο υπογρά¬φων μπορεί να διατηρήσει υπό τον αποκλειστικό του έλεγχο
και δ) συνδέεται με τα δεδομένα στα οποία αναφέρεται κατά τρόπο, ώστε να
μπορεί να εντοπισθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλοίωση των εν λόγω
δεδομένων.

Παρά το γεγονός ότι και ο ορισμός της προηγμένης ηλεκτρονικής
υπογραφής εμφανίζεται τεχνολογικά ουδέτερος, οι προϋποθέσεις της
αναγνώρισης της ταυτότητας του υπογράφοντος και της διασφάλισης της
ακεραιότητας των δεδομένων πληρούνται υπό την παρούσα εξέλιξη της
τεχνολογίας μόνο με τη χρήση της ασύμμετρης κρυπτογραφίας.(μυστικό
ιδιωτικό κλειδί/δημόσιο κλειδί). Στο σύστημα κρυπτογράφησης με χρήση
ιδιωτικού/δημόσιου κλειδιού ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο
πάροχος υπηρεσιών πιστοποίησης ένας ανεξάρτητος τρίτος φορέας που
εκδίδει πιστοποιητικά, δηλαδή ηλεκτρονικές βεβαιώσεις που εμπεριέχουν το
δημόσιο κλειδί και το συνδέουν με τον υπογράφοντα, του οποίου και
επιβεβαιώνουν την ταυτότητα.

Ισχύς ηλεκτρονικής υπογραφής

Μόνο η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή επέχει θέση ιδιόχειρης
υπογραφής τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό δίκαιο και αυτό
μόνο εφόσον βασίζεται σε αναγνωρισμένο πιστοποιητικό το οποίο προέρχεται
από πάροχο υπηρεσιών πιστοποίησης και δημιουργείται από ασφαλή διάταξη
δημιουργίας υπογραφής.

Η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή είναι δικαιικά
ισοδύναμη με την ιδιόχειρη. Το Π.Δ. 131/2003 για το ηλεκτρονικό εμπόριο
ορίζει ρητά στο άρθρο 8 ότι επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων με
ηλεκτρονικά μέσα με την επιφύλαξη των διατάξεων του Π.Δ. 150/2001. Αυτό
σημαίνει ότι συμβάσεις μπορούν να συνάπτονται με χρήση προηγμένων
ηλεκτρονικών υπογραφών. Αυτό δεν ισχύει για συμβάσεις που θεμελιώνουν ή
μεταβιβάζουν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων (π.χ. αγορά ακινήτου),
συμβάσεις που εμπίπτουν στο κληρονομικό ή οικογενειακό δίκαιο και
συμβάσεις οι οποίες απαιτούν εκ του νόμου την προσφυγή σε δικαστήρια,
δημόσιες αρχές ή επαγγέλματα που ασκούν δημόσια εξουσία.
Ωστόσο, δεδομένου ότι στο άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 150/2001 ορίζεται ότι
η ισχύς της ηλεκτρονικής υπογραφής ή το παραδεκτό της ως αποδεικτικού
στοιχείου δεν αποκλείεται από μόνο το λόγο ότι δεν είναι προηγμένη,
πρέπει να γίνει δεκτό ότι και ηλεκτρονικές υπογραφές που δεν πληρούν τις
προϋποθέσεις αυτές έχουν κάποια αποδεικτική δύναμη και παράγουν έννομες
συνέπειες. Όταν από τον νόμο δεν προβλέπεται έγγραφος συστατικός τύπος
για την κατάρτιση ορισμένης σύμβασης, είναι δυνατή η κατάρτισή της με
χρήση απλής ηλεκτρονικής υπογραφής.
Πρόσφατες εξελίξεις
Τον Αύγουστο του 2014 ψηφίστηκε ο Κανονισμός αριθ. 910/2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ, η οποία κρίθηκε ως ανεπαρκής, δεδομένου ότι δεν παρείχε ένα ολοκληρωμένο διασυνοριακό και διατομεακό πλαίσιο για ασφαλείς, αξιόπιστες και εύχρηστες ηλεκτρονικές συναλλαγές. Οπως σημειώνεται στις αιτιολογική σκέψη αρ. 2 του Κανονισμού, «Επιδίωξη του κανονισμού είναι να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στις ηλεκτρονικές συναλλαγές εντός της εσωτερικής αγοράς, με την παροχή κοινής βάσης για ασφαλείς ηλεκτρονικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πολιτών, των επιχειρήσεων και των δημόσιων αρχών, αυξάνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραμμικών υπηρεσιών, του ηλεκτρονικού επιχειρείν και του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ένωση».
facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmailby feather
facebooktwittergoogle_pluslinkedinrssyoutubeby feather